Οι Bajofondo στη Μονή Λαζαριστών


Από τα σύνορα Αργεντινής–Ουρουγουάης, από το Rio de la Plata, ταξιδεύουν οι Bajofondo στην Θεσσαλονίκη για να μας «μεθύσουν» με το ρυθμό, το ηχόχρωμα και τη μαγεία τους. Τη Δευτέρα 29 Ιουνίου στη Μονή Λαζαριστών η κολλεκτίβα καλλιτεχνών και μουσικών που ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα φάσμα μουσικής βασισμένο στο μείγμα των ηλεκτρονικών ειδών (house, trance, trip hop, dub, drum ‘n’ bass κ.λπ.) με τους παραδοσιακούς ήχους του tango υπόσχεται μια μοναδική εμπειρία. Με εμπνευστή και ηγέτη τους τον πολυβραβευμένο Gustavo Santaolalla (Οσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης για τις ταινίες Brokeback Mountain και Babel), οι Bajofondo με τον ήχο και τη σκηνική παρουσία τους, που αποτελεί πόλο έλξης, αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές ακόμα και στους πιο απαιτητικούς θεατές. 
Το neo-tango, τη μίξη δηλαδή ηλεκτρονικών κυρίως στοιχείων και tango, οι περισσότεροι το ανακαλύψαμε μέσω των Gotan Project. Οι Bajofondo πάνε τα ακούσματά μας λίγο πιο πέρα σε δρόμους πιο ηλεκτρονικούς,νοσταλγικούς, ρομαντικούς, και συνάμα πιο απειλητικούς, πιο χορευτικούς. Οι Bajofondo δίνουν αναντίρρητα μια νέα διάσταση στο είδος. 

Βιογραφικό
Το 1997, ο βετεράνος του latin rock, Gustavo Santaolalla ίδρυσε την Surco, την πρώτη εταιρία στην ιστορία της δισκογραφίας που ειδικεύεται στην εναλλακτική ισπανόφωνη μουσική και στεγάζει τους Molotov, Juanes, Bersuit, El Otro Yo, La Vela Puerca, Arbol και Erica Garcia. Μετά από εκατομμύρια πωλήσεις και μια χούφτα βραβεία Grammy, η Surco προχώρησε στην ίδρυση της Vibra, μιας θυγατρικής που ασχολείται με την electronica χωρίς να χάνει την επαφή της με τη latin ταυτότητά της. 
Η πρώτη electrolatino κυκλοφορία της Vibra ήταν των Bajofondo Tango Club, οι οποίοι σύντομα δημιούργησαν θόρυβο στην underground σκηνή της Αργεντινής και αργότερα σε όλο τον κόσμο: το 2003, το album τους –χρυσό στην Αμερική, πολύ σύντομα μετά την κυκλοφορία του– κέρδισε το σημαντικό βραβείο Premio Gardel (που φέρει το όνομα του θρύλου της Αργεντινής Carlos Gardel) στην Αργεντινή, για τον Καλύτερο Δίσκο Electronica και ένα Latin Grammy για το Καλύτερο Pop Instrumental album. Μετά από sold out συναυλίες τους στο Teatro Oriento της Χιλής, στο Teatro Ateneo της Αργεντινής και το Sala Zitarossa της Ουρουγουάης, η κολλεκτίβα προσκλήθηκε να εμφανιστεί στο Prineos Sur Festival της Ισπανίας, στο Creamfields της Αργεντινής και το Mostra Sec της Βραζιλίας. Ακολούθησε η εμφάνισή τους σε πλήθος World Music Festivals σε όλη την Ευρώπη: Roskilde Festival (Δανία), Karlovy Vary Film Festival (Τσεχία), La Mar de Musicas Festival, Pirineos Sur 2004, (Βαρκελώνη, Μαδρίτη και Μπιλμπάο), Saddler Wells Theatre (Λονδίνο) και Κωνσταντινούπολη. 
Στη δεύτερη ευρωπαϊκή τους περιοδεία το 2005 γνώρισαν την αποθέωση στα μεγαλύτερα World Music Festivals: Womad Festival (Reading, Αγγλία) και Sfinks Festival (Amberes, Βέλγιο), στο Culture Forum του Βερολίνου στα πλαίσια του Heimatklange Fest, καθώς και στα Muffathalle (Μόναχο), Festival Latinoamericando (Μιλάνο) και Urban Arts and Form Electronic Festival (Wiesen, Αυστρία). 
Με το πέρασμα του χρόνου και τις πολλαπλές εμφανίσεις, αυτή η κολεκτίβα καλλιτεχνών –με σημαντική προσωπική σταδιοδρομία ο καθένας– εξελίχθηκε σε μία δεμένη μπάντα, της οποίας οι ζωντανές εμφανίσεις δημιουργούν μια καταπληκτική ατμόσφαιρα και προκαλούν αίσθηση ανά τον κόσμο. Και καθώς η μουσική των Bajofondo αυξάνεται, εξελίσσεται και επεκτείνεται, ο όρος tango electronica γίνεται όλο και περισσότερο ανεπαρκής γι’ αυτούς. 
Ο Gustavo Santaolalla έχει μια πολύ συγκεκριμένη εξήγηση για αυτό: «δεν συμπαθούμε την ετικέτα του “tango electronica”, επειδή δε θεωρούμε αυτό που κάνουμε ούτε tango ούτε electronica. Πιστεύουμε ότι κάνουμε τη μουσική του Rio de la Plata, και εάν θέλετε να δημιουργήσετε μια μουσική που αντιπροσωπεύει το σημερινό ήχο τόπων όπως το Μπουένος Άιρες και το Μοντεβιδέο, προφανώς είδη όπως τα tango, murga, milonga και candombe θα είναι πάντα ζωντανά, επειδή είναι μέρος του γενετικού-μουσικού χάρτη εκείνου του σημείου του κόσμου. Αλλά τα 40 χρόνια της ιστορίας του rock, του hip hop και της electronica από την Αργεντινή και την Ουρουγουάη, είναι επίσης μέρος εκείνου του χάρτη και ιστορία εκείνου του τόπου». 
Η μπάντα έχει περιοδεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες δύο φορές. Το 2006 εμφανίστηκε στο φημισμένο Lincoln Center στη Νέα Υόρκη. Το 2007, οι Bajofondo έκαναν ζωντανές εμφανίσεις στο Λονδίνο (στο θρυλικό Barbican Centre), τις Βρυξέλλες, το Αμστερνταμ και το Ρίο ντε Τζανέιρο. 
Ως αποτέλεσμα της μουσικής εξέλιξης της μπάντας, οι Bajofondo άρχισαν να ενσωματώνουν στοιχεία της λατινοαμερικάνικης folklore μουσικής στις εμφανίσεις τους, έτσι, όταν έφτασε η ώρα να γράψουν το νέο τους άλμπουμ, αποφάσισαν να απομακρύνουν τις λέξεις Tango Club και να μικρύνουν το όνομά τους σε Bajofondo. Η αλλαγή στο όνομα αντανακλά το μονοπάτι που έχει πάρει η μουσική των Bajofondo. 

Μέλη 
Gustavo Santaolalla κιθάρα, κρουστά, φωνητικά
Juan Campodónico beats, samples, κιθάρα
Luciano Supervielle πιάνο, πλήκτρα, scratch
Javier Casalla βιολί
Martín Ferrés μπαντονεόν
Gabriel Casacuberta μπάσο, ηλεκτρικό μπάσο
Adrián Sosa τύμπανα
Verónica Loza VJ, φωνητικά 

Gustavo Santaolalla – παραγωγή, κιθάρα, κρουστά, φωνητικά
Γεννημένος το 1952 στο El Palomar, μια κωμόπολη στην ευρύτερη περιοχή του Buenos Aires, στην Αργεντινή, o Gustavo Santaolalla άρχισε την επαγγελματική μουσική καριέρα του το 1967 σε ηλικία 15 ετών, όταν δημιούργησε το συγκρότημα Arco Iris, γράφοντας ιστορία ως ο πρωτοπόρος του fusion μεταξύ rock και λατινοαμερικανικού folk. Από τότε έχει γίνει το σπουδαιότερο όνομα στην εναλλακτική latin μουσική, έχοντας κερδίσει βραβεία Grammy για τη δουλειά του με τους Café Tacuba και τον Juanes και έχει κάνει επίσης παραγωγές για τους μεξικανούς Molotov που έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα αλλά και για την Julieta Venegas και τους Maldida Vecindad, Caifanes, Leon Gieco, Los Prisioneros και Divididos, μεταξύ άλλων. Μετά την ίδρυση της Surco, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην παραγωγή της μουσικής των καλλιτεχνών της εταιρίας, ανάμεσα στους οποίους, οι Bersuit, Erica Garcia, Arbol και La Vela Puerca. Ο Gustavo μπήκε στον κόσμο της κινηματογραφικής μουσικής, συνθέτοντας το soundtrack της ταινίας Amores Perros που κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών και στη συνέχεια συνέχισε να συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Gonzalez Inarritu για την ταινία 21 Γραμμάρια.
Αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τη δημιουργικότητά του, ο Santaolalla έκανε παραγωγή στο album “Nuevo” των Kronos Quartet που προτάθηκε για Grammy. Το album αυτό ήταν ένας φόρος τιμής στην πλούσια μουσική κληρονομιά του Μεξικού. Μέσω του Inarritu ο Santaolalla συστήθηκε στον Walter Salles, για την ταινία του οποίου, Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, συνέθεσε το soundtrack εξασφαλίζοντας ένα ακόμα Βραβείο από τη Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου, αυτή τη φορά (BAFTA). Η μεγάλη καταξίωση όμως στην καριέρα του ήρθε με το Oscar Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης για την ταινία του Ang Lee, Brokeback Mountain, το βραβείο BAFTA και τη Χρυσή Σφαίρα που κέρδισε το τραγούδι “A Love That Will Never Grow Old” που ερμήνευσε η Emmylou Harris. Στη συνέχεια ο Santaolalla ολοκλήρωσε το project “Café De Los Maestros” –κάτι σαν αργεντίνικο “Buena Vista Social Club”– το οποίο συγκέντρωνε όλους τους ζωντανούς θρύλους του αργεντίνικου tango.
Ακολούθησε το soundtrack για την τρίτη ταινία του Inarritu, Babel, το οποίο του χάρισε το δεύτερο Βραβείο Οσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης, μπαίνοντας στο πάνθεον των 3 μουσικών που έχουν κερδίσει 2 συνεχόμενα Οσκαρ – οι άλλοι δύο είναι οι Franz Waxman (Sunset Boulevard, 1950 και A Place in the Sun, 1951) και Alan Menken (Η Πεντάμορφη και το Τέρας, 1991 και Αλαντίν, 1992).
Ο αεικίνητος Santaolalla με πολλή έμπνευση και 2 Οσκαρ μετά, ανακοίνωσε τη συνεργασία του με τον Walter Salles στη νέα ταινία του On The Road από το ομώνυμο βιβλίο του Jack Kerouac που αναμένεται το 2009... 

Juan Campodonico – παραγωγή, beats, samples, κιθάρα
Στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 ο Campodonico ίδρυσε το rock συγκρότημα Peyote Asesino που αποτελεί το πρώτο σχήμα στην Ουρουγουάη που αναμειγνύει την hip hop με τη σύγχρονη rock. Το συγκρότημα είχε μεγάλη απήχηση στην τοπική μουσική σκηνή και ήταν αυτό που τράβηξε την προσοχή του Santaolalla ο οποίος έκανε την παραγωγή στο δεύτερό τους άλμπουμ Terraja, δίνοντας στο γκρουπ διεθνή αναγνώριση. Μετά τη διάλυση των Peyote, οι Santaolalla και Campodonico συνέχισαν να συνεργάζονται και όταν καταστάλαξε η ιδέα των Bajofondo Tango Club, ο Santaolalla ήξερε ότι δεν θα υπήρχε πιο κατάλληλος συνεργάτης του, από τον Campodonico. Οι δύο τους συνεργάστηκαν για 12 μήνες στο Buenos Aires και το Los Angeles για το τελικό αποτέλεσμα του δίσκου.
Το 1999 ο Campodonico έκανε την παραγωγή στο τρίτο άλμπουμ του τραγουδοποιού Jorge Drexler με τίτλο Frontera για την Virgin /EMI με τεράστια εμπορική επιτυχία στην Ισπανία, όπως επίσης και στην επόμενη δουλειά του “Sea” – album το οποίο προτάθηκε για Grammy ως το καλύτερο pop album.
Οι πιο πρόσφατες παραγωγές του περιλαμβάνουν τα δύο τελευταία album του Jorge Dexler και των Cuarteto de Nos, για τα οποία κέρδισε και το βραβείο του «Παραγωγού της Χρονιάς». 

Luciano Supervielle - πλήκτρα, DJ, scratching
Ο Luciano Supervielle, το νεαρότερο μέλος των Bajofondo, γεννήθηκε στη Γαλλία, έζησε στο Μεξικό και σήμερα μοιράζει το χρόνο του στην Ισπανία, τη Γαλλία και την Ουρουγουάη. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα από το τοπικό hip hop συγκρότημα Platano Macho. Με κυριότερη επιρροή εκείνη του Rio De La Plata, έχει αναπτύξει μια προσωπική σύνθεση hip hop, tango, rock και Νιγηριανής μουσικής αναδεικνύοντας πάντα τη μαεστρία του στα πλήκτρα. Ο Supervielle «ξαναδιαβάζει» τα tango, milonga και candombe και τους κλασικούς ήχους του Rio De La Plata, και τα μεταμορφώνει σε μια διεθνή και προσβάσιμη σε όλους γλώσσα. Το πρώτο του solo album, Bajofondo presenta Supervielle, με παραγωγούς το δίδυμο Santaolalla – Campodonico κυκλοφόρησε στην Ουρουγουάη, τη Χιλή και την Αργεντινή, όπου και κέρδισε το Premio Gardel ως «το Καλύτερο Ηλεκτρονικό μουσικό άλμπουμ». Η τελευταία του αυτή δουλειά θα κυκλοφορήσει σύντομα σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. 

Javier Casalla – βιολί
Μεγαλώνοντας σε μουσική οικογένεια –ο πατέρας του είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους ντράμερ στην Αργεντινή-, ο Casalla υπηρετεί σήμερα ταυτόχρονα και με την ίδια άνεση το tango, το rock, το φολκλορ, τη jazz αλλά και την κλασσική μουσική. Έχει περιοδεύσει εκτεταμένα σε Ευρώπη και Ιαπωνία και έχει συνεργαστεί με την Colangello Orchestra. Πέρα από τη δουλειά του στους Bajofondo, έχει ηχογραφήσει και με τους latin rock αστέρες Divididos, Julieta Venegas, La Regna, Bersuit και Erbol, μεταξύ άλλων στην Αργεντινή και έχει συμμετάσχει στα Soundtrack ταινιών όπως οι «Χαμένες Αγάπες», «21 Γραμμάρια», «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» και άλλες. Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο album Javier Casalla με παραγωγό τον Gustavo Santaolalla, στο οποίο αναδεικνύει τον ρόλο που το βιολί παίζει στα tango. 

Martín Ferrés μπαντονεόν
Είναι ένας από τους λίγους μπαντονεονίστες που βρίσκεται στο σταυροδρόμι της παραδοσιακής και της πειραματικής μουσικής. Επηρεάζεται από το μινιμαλισμό και τις νέες μουσικές κατευθύνσεις αλλά και από το κλασσικό tango (ειδικά του Astor Piazzolla). Ο Martín διακρίνεται για το μοναδικό ύφος του στο bandoneon και για την υπνωτική και χορευτική του μουσική. Συνθέτει μουσική για θέατρο και χοροθέατρο. Συνθέσεις του έχουν εκτελεστεί στους πιο σπουδαίους μουσικούς χώρους στην Αργεντινή, συμπεριλαμβανομένου και του Teatro Colón στο Μπουένος Άιρες. Έχει συνεργαστεί με τους πιο σημαντικούς μουσικούς του tango και της πειραματικής μουσικής. 

Gabriel Casacuberta μπάσο, ηλεκτρικό μπάσο
Αρχισε να δουλεύει ως μουσικός στο Μεξικό το 1982, και συνεργάστηκε σε ζωντανές εμφανίσεις και στο στούντιο με πολλούς διάσημους καλλιτέχνες από την Ουρουγουάη.
Στην Ουρουγουάη, έπαιξε σε πολλά rock, jazz και hip hop σχήματα, μεταξύ των οποίο και οι Plátano Macho, μαζί με τον Luciano Supervielle. Από τότε παράγει και κάνει remixes για πολλά συγκροτήματα από την Ουρουγουάη, ενώ παράλληλα κάνει τα δικά του projects electronica μουσικής. Ο Gabriel συμμετείχε στα δύο τελευταία άλμπουμ του τραγουδοποιού Jorge Drexler, Eco και 12 Segundos de Oscuridad. Εχει επίσης κάνει μουσική για ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. 

Adrián Sosa τύμπανα
Άρχισε τη μουσική του σταδιοδρομία στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία 13 ετών ως ντράμερ σε διάφορα συγκροτήματα, και αργότερα άρχισε να ασχολείται με τη σύνθεση και την παραγωγή. Με ένα από αυτά τα συγκροτήματα, τους B-Cool, ήταν ανάμεσα στους νικητές στον τομέα της μουσικής στη Bienalle Νέων καλλιτεχνών στο Μπουένος Άιρες, το 1994. Το 1997 μετακόμισε στο Λος Άντζελες, όπου έπαιξε σε συγκροτήματα όπως: Staff, Lure και P-Tones. Εκείνη την εποχή γνώρισε τον Gustavo Santaolalla και έγινε μέλος της Surco. Εγινε παραγωγός σε καλλιτέχνες όπως τη Flor στην Αργεντινή και τους Liquits στο Μεξικό, κέρδισε το Premio Gardel για την καλλιτεχνική διεύθυνση του άλμπουμ Bajofondo Remixed και δημιούργησε το project Cahuenga, που κυκλοφόρησε στο Μεξικό το 2006. Αφού ηχογράφησε όλα τα τύμπανα για το άλμπουμ Mar Dulce, ο Adrián μπήκε στους Bajofondo ως σταθερό μέλος. 

Verónica Loza VJ, φωνητικά
Η Verónica Loza είναι καλλιτέχνης που εργάζεται στη σύνδεση της σκηνικής παρουσίας με τη μουσική. Η ψηφιακή εικόνα που παίζεται σε πραγματικό χρόνο είναι ένα από τα εργαλεία για να συνδέσει αυτά τα στοιχεία μέσω υπολογιστών. Κατά τη διάρκεια των εμφανίσεων των Bajofondo μπορούμε να δούμε τη Verónica να παίζει τα πλήκτρα της σαν έναν από τους μουσικούς. Ενώ παίζει με εικόνες και τις μιξάρει ζωντανά, αποκωδικοποιεί τη δουλειά που έχει κάνει το συγκρότημα στον επαναπροσδιορισμό του πλαισίου του tango. Επιπλέο, στο νέο άλμπουμ, η Verónica γράφει και τραγουδά ένα από τα τραγούδια, το "Tuve Sol".
Η Verónica γεννήθηκε το 1973 στο Μοντεβιδεο. Ασχολείται με τα φώτα, τη σκηνική παρουσία και τα κοστούμια από το 1996. 

Δισκογραφία
2002 Bajofondo Tango Club (Universal) 
2004 Bajofondo presents: Supervielle (Universal) 
2007 Mar Dulce (Universal) 

Κριτικές
Για την Αργεντινή και την Ουρουγουάη (δύο χώρες που ενώνονται – και χωρίζονται – από τον Rio De La Plata), αυτές είναι εποχές γεμάτες ηλεκτρισμό και tango. Πολύ tango. Και δεν εννοώ τουριστικό tango, εννοώ πραγματικό tango, αυτό που είναι μέρος του rioplatense αίματός μας, αυτό που μας κάνει μελαγχολικούς, νοσταλγικούς ή λυπημένους. Το tango που μας κάνει να θέλουμε να χορέψουμε, να γελάσουμε και να κάνουμε έρωτα. Το κιβώτιο θησαυρών για μνήμες πολύ επώδυνες να τις θυμόμαστε, πολύ γλυκές για να τις ξεχάσουμε.
Οι Bajofondo Tango Club συγκαταλέγονται στα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα rioplatense όλων των εποχών. Παραγωγοί, μουσικοί και τραγουδιστές... Καλλιτέχνες και από τα δύο στρατόπεδα ενωμένοι σε ένα μοναδικό μείγμα παράδοσης, πειραματισμού και έκπληξης.
Αυτό είναι ένα ταξίδι στους bajofondo /στον κάτω κόσμο, μια πιθανότητα να αναρριγήσουμε στα cadencias και τη μανιακή αναπνοή του bandoneón, μια βιαστική ματιά της ζωής στον Νότο: ένα μεθυστικό μέρος με συναίσθημα, ευχαρίστηση και πόνο.
Οι Bajofondo Tango Club είναι το ηχητικό τοπίο μιας ζωής υπό συνεχείς συνθήκες αβεβαιότητας, μελαγχολίας, θυμού και έρωτα.
Οι Bajofondo Tango Club είναι ένα δράμα, στου οποίου τους ρυθμούς μπορείτε να χορέψετε.
Enrique Lopetegui 

Τελευταία Κυκλοφορία
Το τελευταίο τους album Mar Dulce που κυκλοφόρησε από την Universal-, σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη του γκρουπ. Ηχογραφημένο σε πραγματικό χρόνο με όλα τα μέλη να παίζουν μαζί στο στούντιο, δείχνει τη διαφορετική, σε σχέση με το προηγούμενο, προσέγγιση του συγκροτήματος απέναντι στο «προγραμματισμένο» παίξιμο και μη. Με ηχογραφήσεις στο Μπουένος Άιρες, το Λος Άντζελες, τη Νέα Υόρκη αλλά και το Τόκυο και τη Μαδρίτη, οι Bajofondo διευρύνουν ακόμα περισσότερο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα τους ενσωματώνοντας ποικίλα και –επιφανειακά- ασυμβίβαστα στοιχεία. Πλήθος εκλεκτών καλλιτεχνών σε guest συμμετοχές -από τον βρετανό τραγουδιστή και συνθέτη Elvis Costello και τον Ισπανό ράπερ Mala Rodríguez μέχρι και την Καναδή Nelly Furtado και τον Ιάπωνα μπαντονεονίστα Ryota Komatsu αλλά και καλλιτέχνες από το Rio De La Plata- ενώνουν τη διαφορετικότητά τους και δημιουργούν όλοι μαζί έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο γεμάτο ενέργεια. Παρόλα αυτά, υπάρχει κάτι που ενώνει τις διαφορετικές γενιές και εθνικότητες, κάτι που δύσκολα μεταφράζεται σε λέξεις. Αν κάποιος θα προσδιόριζε το tango ως «μια λυπηρή αίσθηση που κάποιος χορεύει», στην περίπτωση των Bajofondo θα μπορούσαμε να διευρύνουμε τον όρο λέγοντας ότι είναι «μια αίσθηση που κάποιος μπορεί να ακούσει και να χορέψει». 
Όπως με κάθε μουσικό είδος που γίνεται μόδα, αυτό που αποκαλούμε «ηλεκτρονικό tango» ανέπτυξε τα δικά του κλισέ και αυτό είναι που οι Bajofondo προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν. Οι Bajofondo έχουν βρει μια γλώσσα και την εμπλουτίζουν συνεχώς δουλεύοντας στην επιλογή του κατάλληλου beat και τη γραμμή του μπάσου, στοιχεία παρόντα από το πρώτο τους κιόλας άλμπουμ. Γίνεται προφανές ότι αυτό που τους αρέσει να αποκαλούν «bajofondista school» φτάνει με το τελευταίο τους album σε άλλα επίπεδα χάρη στο νέο δυναμισμό του γκρουπ που γεννάει νέα διαμάντια όπως το «Pa’ Bailar» - όπου το tango συναντάει το rock, το «Fairly Right» σε μια συνύπαρξη της μελαγχολίας που ενυπάρχει στα tango και τη μουσικότητα των Beatles, με τη φωνή του εξαιρετικού Elvis Costello και το «Don Alfredo», έναν φόρο τιμής στον Zitarrosa με τη συμμετοχή του Toto Mendez που ήταν κιθαρίστας του. 
Και αν και για όποιον ακούσει τα άλμπουμ Bajofondo Tango Club και Mar Dulce, οι αλλαγές που θα διακρίνει είναι εμφανείς, η αισθητική των Bajofondo παραμένει σταθερή. Δεν υπάρχει κανένας γραπτός νόμος για τη μουσική αυτής της μπάντας, η οποία εξελίσσεται συνεχώς, αλλά υπάρχουν ορισμένες παράμετροι που ήταν παρούσες στο πρώτο άλμπουμ, συνεχίστηκαν στο Supervielle και βρίσκονται στο απόγειό τους στο Mar Dulce. 
Επίσημη Ιστοσελίδα: http://www.bajofondo.net/

Σχόλια